Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Πολατίδου Άννα, Στον αστερισμό της Θεσσαλονίκης, 10 Νοεμβρίου 2017

Δημοσιεύουμε το κείμενο της κ. Άννας Πολατίδου, Σχολικής Συμβούλου Ν.Φλώρινας, στην παρουσίαση του βιβλίου του Ισίδωρου Ζουργού "Λίγες και μία Νύχτες"

Στον αστερισμό της Θεσσαλονίκης
Το βιβλίο «Λίγες και μια νύχτες» είναι το όγδοο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού. Ώριμος καρπός μιας μακράς συγγραφικής πορείας αντανακλά και χωνεύει άρτια τα θεματικά μοτίβα, τις εμμονές και την αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα. Ρομαντικό στη σύλληψη και ρεαλιστικό στην εκτέλεση, το βιβλίο αρθρώνεται σε 17 κεφάλαια και 7 στάσιμα. Αφηγείται τις περιπέτειες ενός μικρού παιδιού του Λευτέρη Ζεύγου, εφημεριδοπώλη και κηπουρού, τον οποίο παρακολουθεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ως τα βαθιά γεράματά του στη Θεσσαλονίκη του 1979.Το βιβλίο ανοίγει με την άφιξη του έκπτωτου από τους Νεότουρκους Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ του Β΄ στη Θεσσαλονίκη. Ο επιφανής εξόριστος, έγκλειστος στη βίλα Αλλατίνι της συνοικίας των Εξοχών, αντιμέτωπος με τον τρόμο του θανάτου, διηγείται, για λίγες νύχτες, σκηνές από τη ζωή του σε ένα μικρό κορίτσι, τη Μίρζα, μια εξισλαμισμένη εβραία. Ο λαθρακουστής Λευτέρης αντικρίζει έναν παραδείσιο, εξωτικό κόσμο, ερωτεύεται τη Μίρζα και ονειρεύεται πλούτη και δύναμη. 
Όπως και σε άλλα βιβλία του, ο συγγραφέας αγκυρώνει δυνατά το μύθο του στην ιστορία. Στο ιστορικό συνεχές της διήγησης του σημαντικοί κόμβοι αποτελούν ο Εθνικός Διχασμός του 1916-1917, το Μακεδονικό Μέτωπο και τα συμμαχικά στρατεύματα κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η Μικρασιατική καταστροφή, ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος και η ναζιστική κατοχή, τα Σεπτεμβριανά της Πόλης το 1955 και η Ελλάδα της αντιπαροχής τη δεκαετία του 1960. Η μεγάλη Ιστορία χαράζει την πόλη, την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πολυφυλετικής, πολυπολιτισμικής Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ου αιώνα. Εμποτίζει και την μικροϊστορία των προσώπων του βιβλίου. Ο ήρωας- Λευτέρης, αφού προδοθεί στον έρωτά του και επιστρατευθεί στην Ουκρανία, μετά από δεκαεπτά χρόνια θα επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Ως φυγόδικος, έχει αναγκαστεί να αλλάξει ταυτότητα. Θα γίνει διευθυντής κλωστοϋφαντουργίας αρχικά και αργότερα μεγαλοεργολάβος με το όνομα Ευγένιος Ζιρτντό. Έχει θητεύσει ήδη σε μικρές ή μεγάλες θέσεις του υποκόσμου στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, έχει συζήσει με ωραίες γυναίκες που τον αγάπησαν, αλλά η επιθυμία να βρεθεί με την αγαπημένη του και να εκδικηθεί την προδοσία δεν έχει σβήσει.
Η προσωπική ιστορία μπλεγμένη αξεδιάλυτα με την ιστορία της πόλης. Οδωνύμια και τοπωνύμια, ιδιώματα και πρακτικές των διαφορετικών εθνοτικών κοινοτήτων φιλοτεχνούν την ατμόσφαιρα της εποχής, χωρίς να βαρύνουν την αφήγηση. Με δεινότητα στην εικονοποιία και στην περιγραφή δίνεται ο ξεχωριστός χαρακτήρας της συνοικίας των Εξοχών. Αντίθετα με τις άλλες συνοικίες της πόλης που είναι εθνοτικά οριοθετημένες, η συνοικία αυτή με τα κτίρια και τις επαύλεις της αποτελεί ένα παλίμψηστο της μεγαλοαστικής κοινωνίας της Θεσσαλονίκης. 
Ο Ζουργός αξιοποιεί με μαεστρία τα ιστορικά τεκμήρια, χωρίς να τα αποθεώνει. Με εξαίρεση ίσως τα αποσπάσματα από τον ημερήσιο τύπο της εποχής, κάνει τις πηγές του να σιωπούν, όταν δεν υπηρετούν την ένταση της γραφής του. Στην τριτοπρόσωπη αφήγησή του εισάγει, σε μεγαλύτερη έκταση απ’ ό,τι στο παρελθόν, στοιχεία επιστολικού μυθιστορήματος. Συντάσσονται δώδεκα επιστολές με αποστολέα ή παραλήπτη τον ήρωα του μυθιστορήματος. Επιστολές ερωτικές, επιστολές περισυλλογής και μελαγχολίας στα αδιέξοδα, επιστολές ανεπίδοτες που με την πρωτοπρόσωπη αφήγησή τους επιχειρούν να αποδώσουν πληρέστερα τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων. Ο χαρακτήρας και τα κίνητρα του κεντρικού ήρωα δίνονται επιπλέον με ευφάνταστο τρόπο στην επικοινωνία του Ευγένιου Ζιρντό με έναν πλασματικό συνομιλητή, λογοτεχνικό ήρωα του Μ.Καραγάτση, τον Β.Κ.Γιούγκερμαν, που διάγει την εποχή του μεσοπολέμου «βίον παράλληλον». Οι διακειμενικές αναφορές του βιβλίου όμως είναι πολύ περισσότερες και φωτίζουν θέματα και υποθέματα της αφηγηματικής σύνθεσης. Το Σιδερένιο Τακούνι του Τζακ Λόντον υποβάλλει τις σοσιαλίζουσες θεωρίες των αφυπνιζόμενων λαϊκών στρωμάτων, ο Κόμης Μοντεχρήστος του Δουμά και το Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογιέβσκι το θέμα της εκδίκησης και της τιμωρίας, οι Άθλιοι του Ουγκώ την αλλαγή ταυτότητας και την αδάμαστη θέληση.
Το στοιχείο πάντως που δίνει μοντερνιστικό χαρακτήρα στην αφήγηση είναι κυρίως το εύρημα του διαχωρισμού της μυθοπλαστικής ύλης σε τιτλοδοτημένα κεφάλαια και αριθμημένα στάσιμα. Αντίθετα με τα επεισόδια της ζωής του νεαρού ήρωα, που διαδραματίζονται σε ποικίλους τόπους και χρόνους, στα στάσιμα μεταφερόμαστε στη δεκαετία του 1970 στο ιδιόκτητο ρετιρέ μιας πολυώροφης οικοδομής της συνοικίας των Εξοχών. Εκεί ο υπέργηρος και σχεδόν τυφλός Ευγένιος Ζιρντό ακούει σε μία μόνο νύχτα τη διήγηση της ζωής του, όπως όμως την έχει συνθέσει στο χαρτί ένας νεαρός φοιτητής και επίδοξος συγγραφέας, ο Ορέστης, κατά παραγγελία του ίδιου του ηλικιωμένου ήρωα. Με τον τρόπο αυτό εγκιβωτίζονται οι περιπέτειες του νεαρού Λευτέρη στην αφήγηση του Ορέστη. Μεταξύ των δύο προσώπων αναπτύσσεται μια ιδιόρρυθμη επικοινωνία. Ο συγγραφέας Ορέστης διερευνά τις αιτίες και τα κίνητρα στις πράξεις του ήρωα και επιδιώκει την επιδοκιμασία του, ενώ ο ηλικιωμένος ήρωας βεβαιώνει ή αμφισβητεί έντονα την ακρίβεια της μυθοπλαστικής αναπαράστασης σε σχέση με την πραγματική του ζωή. Λογοτεχνική περσόνα του ίδιου του συγγραφέα, ο Ορέστης αμφισβητεί την αλήθεια της πραγματικότητας και υπερασπίζεται την αυτονομία και την αλήθεια της τέχνης, η οποία έχει τα δικά της στοιχήματα να κερδίσει ακόμα κι αν καταπίνει, όπως λέει, την πραγματική ζωή. Με την παρεμβολή των στασίμων διαλύεται η αληθοφάνεια της αφήγησης και γίνεται έκδηλη η αυτοαναφορικότητα του μυθιστορήματος. 
Η εναλλαγή του αφηγητή συνδέεται, επιπλέον, με την εναλλαγή της οπτικής του ήρωα ως αποδέκτη της αφήγησης στην παιδική και στην ενήλικη ζωή του. Η εναρκτήρια αφήγηση του εξόριστου Σουλτάνου λειτουργεί σαν σκηνή- μινιατούρα για την κυρίως αφήγηση, κατά το πρότυπο, θεωρώ, της ιστορίας του πατέρα Σισώη στο «Όνειρο στο κύμα» του Παπαδιαμάντη. Η αναφορά της στο τίτλο του μυθιστορήματος (Λίγες νύχτες) αναδεικνύει τον κομβικό της ρόλο. Η ιστορία επιστρέφει και τελειώνει εκεί απ’ όπου άρχισε. Η αρχή και το τέλος της, ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών με επίκεντρο τον αδιάκοπο αγώνα του ανθρώπου να ζήσει τα όνειρα του. 
Φιλοδοξία του συγγραφέα δεν αποτελεί ασφαλώς η ακτινογραφία της αστικής τάξης της Θεσσαλονίκης ούτε η ανάδειξη των ιδεολογικών και ταξικών ζυμώσεων της εποχής. Όλα αυτά θίγονται αλλά δεν αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της αφηγούμενης ιστορίας. Η προσωπική ελευθερία, δεν επικαθορίζεται, για τον συγγραφέα, από πατρίδες, σύνορα, θρησκεύματα, ιδεολογίες, αλλά κυρίως από την ανάγκη του ανθρώπου να αναζητά την αγάπη και να διεκδικεί τα όνειρά του. Τα όνειρα του Λευτέρη Ζεύγου συνδέονται μοιραία με το τραύμα του έρωτα και του ξεριζωμού, του αγώνα της επιβίωσης ή της κοινωνικής ανέλιξης, την ώρα που ο άνεμος της ιστορίας σαρώνει τις ζωές και τα ίχνη των ανθρώπων. Σε αυτόν τον αγώνα χάνει γυναίκες που τον αγάπησαν, ακριβούς φίλους, φτάνει μέχρι το έγκλημα. Με εκφραστική δύναμη και τόλμη ο συγγραφέας αναδεικνύει την περιδίνηση της ζωής του, την ακλόνητη θέληση για ζωή. Την επιμονή του να ζει με τους δικούς του όρους, να διεκδικεί την ελευθερία του, ζώντας με αταύτιστη ταυτότητα στη γενέθλια πόλη που αλλάζει πρόσωπα. Τη διάθεσή του, όταν βρίσκεται στο διάκενο αμνησίας και μνήμης, να ψηλαφεί ρωγμές και διλήμματα. Στο έξοχο και συγκινητικό τελευταίο κεφάλαιο, ο Ευγένιος Ζιρτντό ταυτίζεται με τον νεαρό Λευτέρη Ζεύγο στην ανάμνηση της ζεστασιάς της παιδικής ηλικίας, όταν ο κόσμος ήταν ακόμα αδιάγνωστος, αχαρτογράφητος και ελπιδοφόρος.
Οι σύντομες, δυναμικές περιγραφές, οι διάλογοι που δεν πλατειάζουν και δεν ξηραίνονται, οι ζωντανοί χαρακτήρες (Γιορτάνκα, Χρυσάννα), οι ελιγμοί της πλοκής και οι αφηγηματικές εκκρεμότητες, επινοητικά διευθετημένες, αποτελούν τα αδρά υλικά του μυθιστορήματος και κάνουν τις ΛκΜΝ ένα απολαυστικό βιβλίο για τον αναγνώστη που το παρακολουθεί με ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία του λέξη. Για τον συγγραφέα πάλι, που βάζει παραδοσιακά και νεωτεριστικά στοιχήματα με το χτένι της σύνθεσης, το βιβλίο, νομίζω, αποτελεί μια προκλητική μετάβαση για την επόμενη δουλειά του.



ΑΝΝΑ ΠΟΛΑΤΙΔΟΥ, Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων Ν.Φλώρινας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου